Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Έρευνα: Το DNA των ΄Ελλήνων είναι αυτόχθονο και 50.000 ετών (τουλάχιστον)


Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης*


1. Θεωρίες καταγωγής των Ελλήνων
Η προέλευση του ανθρώπινου είδους πάντοτε συνάρπαζε τους φιλοσόφους, τους επιστήμονες, αλλά και τους απλούς πολίτες. Ειδικότερα, οι Έλληνες ενδιαφερόμαστε να μάθουμε τις βιολογικές ρίζες μας ως κατοίκων της Ευρώπης. Για την προέλευση των κατοίκων της Ελλάδας έχουν διατυπωθεί τρεις θεωρίες5.


• Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των Ελλήνων, η οποία βασίζεται σε γλωσσολογικές συγκρίσεις και αναλύσεις χωρίς αρχαιολογικές ή άλλες αποδείξεις. Οι συγκριτικοί γλωσσολόγοι αποτελούν τους κύριους υποστηρικτές της. Κατά τον Ρέλλο5, παρά την ευρεία διάδοσή της, η θεωρία αυτή δεν στηρίζεται σε στέρεες πηγές και πρέπει να απορριφθεί.


• Η θεωρία της αυτοχθονίας, την οποίαν υποστήριζαν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες. Κύριος εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο καθηγητής Colin Renfrew6.


• Η σύγχρονη αφροκεντρική θεωρία, κατά την οποία η αρχαία Ελλάδα ήταν το αποτέλεσμα αιγυπτιακού και φοινικικού εποικισμού κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. 

Ο κύριος υποστηρικτής αυτής της θεωρίας είναι ο Martin Bernal2, συγγραφέας του βιβλίου «Η ΜΑΥΡΗ ΑΘΗΝΑ», και, πρόσφατα, ερευνητές που προέρχονται από εργαστήριο των Σκοπίων και πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Σε δημοσίευμά1 τους, υποστηρίζουν ότι «οι ΄Ελληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας μοιάζουν με τους κατοίκους της Αιθιοπίας”. Επιπλέον, οι γείτονές μας κυκλοφορούν φυλλάδια στα οποία αναγράφεται ότι «οι Νεγροαφρικανοί ΄Ελληνες είναι σφετεριστές της πατρίδας μας”. Μέλη της ομάδας είχαν δημοσιεύσει και εργασία για την προέλευση των Παλαιστινίων και των Ισραηλιτών. Η εργασία αυτή εξαφανίστηκε από τη βιβλιογραφία, ύστερα από διαμαρτυρίες Ισραηλινών επιστημόνων.

Πέρα από τα παραπάνω, η εργασία στερείται επιστημονικής αξίας8, γιατί:

• Μελετήθηκε μόνον ένας γενετικός δείκτης, ο HLA.

• Προέκυψαν παράδοξα αποτελέσματα: Οι Γιαπωνέζοι, π.χ., είναι ίδιοι με τους κατοίκους της Δ. Αφρικής, ενώ οι Έλληνες ομοιάζουν με Αιθίοπες και όχι με γειτονικούς κατοίκους της Μεσογείου.

Κατά συνέπεια, η εργασία, στερούμενη επιστημονικής αξίας, δεν έπρεπε να δημοσιευτεί. Παρ’ όλα αυτά, Σκοπιανοί παρουσίασαν αυτά τα αναξιόπιστα αποτελέσματα σε ελληνικό τηλεοπτικό σταθμό και εξακολουθούν να τα προπαγανδίζουν στο διαδίκτυο.

2. DNA δείκτες και χρονολόγηση
Η ανίχνευση της βιολογικής προέλευσης ανθρώπινων πληθυσμών έχει μακρά ιστορία. Αρκετά νωρίς φάνηκε πως θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί η μελέτη των μορφολογικών χαρακτηριστικών, γιατί τα χαρακτηριστικά αυτά επηρεάζονται από περιβαλλοντικούς παράγοντες και γι’ αυτόν τον λόγο δεν αποτελούν αξιόπιστους βιολογικούς δείκτες.

Την τελευταία 20ετία, είμαστε στην ευ χάριστη θέση να έχομε στη διάθεσή μας μια πηγή πληροφοριών πολύ αξιόπιστη και εξαιρετικού πλούτου, τις αλληλουχίες των βάσεων του DNA, και μάλιστα δύο ειδών DNA, που καθιστούν πιο εφικτή την ερμηνεία των δεδομένων. Πρόκειται για το μιτοχονδριακό DNA, που κληροδοτείται από τη μητέρα στα παιδιά της, δηλαδή ακολουθεί αποκλειστικά μητρική γραμμή, και για το DNA του χρωμοσώματος Υ, που περνά από τον πατέρα στον γιο (μόνο οι άρρενες έχουν το Υ), δηλαδή ακολουθεί πατρική γραμμή.
Μια δεύτερη καινοτομία επιτρέπει τη χρονολόγηση, την εκτίμηση δηλαδή του χρόνου, στον οποίον υπήρξε ο πλησιέστερος κοινός πρόγονος δύο ή περισσότερων εναλλακτικών αλληλουχιών DNA. Έτσι, το μιτοχονδριακό DNA επιτρέπει να προσδιοριστεί ο χρόνος των μεταναστεύσεων σε προϊστορικές περιόδους, διότι κάθε μετάλλαξη σε ένα σημείο του μορίου του ισοδυναμεί με 20.180 χρόνια.

Το DNA του χρωμοσώματος Υ επιτρέπει να ιχνηλατήσουμε τις μετακινήσεις των αντρών, τόσο σε ιστορικές, όσο και σε προϊστορικές περιόδους. Έχει διαπιστωθεί πως οι απλοομάδες του μεταλλάσσονται κάθε 7.000 χρόνια και οι μικροδορυφορικοί δείκτες του κάθε 500 χρόνια. Όταν μία συγκεκριμένη μετάλλαξη βρεθεί σε διαφορετικούς άντρες, οι οποίοι θεωρητικώς δεν έχουν καμία συγγένεια μεταξύ τους, τότε οι άντρες αυτοί ανήκουν στην ίδια «απλοομάδα του χρωμοσώματος Υ», όπως λένε οι επιστήμονες και αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι εν λόγω άντρες μοιράζονται έναν κοινό προ, προ, προ, προ... προ-πάππο.

Στόχοι της έρευνας. Η μελέτη των κατοίκων της Ελλάδας συνήθως γίνεται με ιστορικά, γλωσσικά ή αρχαιολογικά δεδομένα. Το άρθρο αυτό σκοπεύει να προσεγγίσει το θέμα από διαφορετική σκοπιά, αφού βασίζεται στη μελέτη της γενετικής ποικιλομορφίας των κατοίκων της Ελλάδας, με χρήση πολλών και διαφορετικών DNA δεικτών (Εικόνα 1). Ως απώτερο στόχο, η συγκεκριμένη έρευνα έχει τη συσχέτιση των γενετικών δεδομένων με ιστορικά, γλωσσολογικά, αρχαιολογικά, πολιτισμικά, τεχνολογικά και παλαιοντολογικά δεδομένα. Με αυτόν τον τρόπο, δίνονται πλέον τεκμηριωμένα απαντήσεις που αφορούν στο πιο σημαντικό ίσως ζήτημα σε σχέση με την ιστορία μας: το ζήτημα της ταυτότητας και της καταγωγής μας.

3. Η παρουσία του ανθρώπου στην Ελλάδα
Σε εργασία μας9, αναλύθηκε το μιτοχονδριακό DNA από άτομα που προέρχονταν από αρκετές γεωγραφικές περιοχές της Ευρώπης (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) και της Εγγύς Ανατολής, προκειμένου να ιχνηλατήσουμε τις βιολογικές ρίζες των Ευρωπαίων.

Με την ανάλυση του μιτοχονδριακού DNA διαπιστώθηκε9 ότι τα εξετασθέντα άτομα διακρίνονται σε 21 ομάδες (απλότυπους) και εκτιμήθηκε ξέχωρα για κάθε μία η ηλικία δημιουργίας της, στην Εγγύς Ανατολή και την Ευρώπη. Με βάση μαθηματικούς υπολογισμούς, εκτιμήθηκε ότι το DNA των Ελλήνων έχει την ακόλουθη προέλευση: 8% τα πρόσφατα χρόνια (περίπου 3.000 χρόνια από σήμερα), 20% κατά τη νεολιθική εποχή (9.000-3.000), 44% κατά την τελευταία άνω παλαιολιθική εποχή (14.500-9.000), 14,5% κατά τη μέση άνω παλαιολιθική εποχή (26.000 – 14.500 χρόνια) και ένα ποσοστό 11% κατά την αρχική άνω παλαιολιθική εποχή (45.500 –26.000).

Τα κύρια συμπεράσματα από την έρευνα είναι τα ακόλουθα:

• Οι παλαιολιθικοί κάτοικοι της Ευρώπης9 ζούσαν ως κυνηγοί πριν από τουλάχιστον 60.000 χρόνια, ενώ οι κάτοικοι στην Εγγύς Ανατολή πριν από 75.000 χρόνια.

• Το 75%-80% του σημερινού μιτοχονδριακού DNA των κατοίκων της Ελλάδας9 έχει παλαιολιθική προέλευση και διαμορφώθηκε μετά από τρία μεταναστευτικά επεισόδια (δύο την παλαιολιθική και ένα τη νεολιθική εποχή) που αντιστοιχούν στις παγετωνικές περιόδους (από 50.000-9.000 χρόνια)10. Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι το DNA των ΄Ελλήνων σε μεγάλο ποσοστό είναι αυτόχθονο, κάτι που έχει προταθεί από τον καθηγητή Renfrew6 και επαληθεύεται από τη σύγχρονη μοριακή γενετική ανάλυση.

• Το υπόλοιπο ποσοστό, 20%-25%, του DNA μας έχει νεολιθική προέλευση9 και δημιουργήθηκε πριν από 9.000 χρόνια.

• Τη νεολιθική περίοδο υπήρξε μετακίνηση ανθρώπινων πληθυσμών από την Ευρώπη προς την Εγγύς Ανατολή9. Υπολογίζεται ότι ένα ποσοστό 5%-20% των ακολουθιών μιτοχονδριακού DΝΑ των σημερινών κατοίκων της Εγγύς Ανατολής έχει ευρωπαϊκή προέλευση. Υποψήφιοι πληθυσμοί γι’ αυτή τη ροή μιτοχονδριακού DNA είναι οι Έλληνες και οι Φρύγιοι.

• Σύμφωνα με τη θεωρία της ινδο ευρω παϊκής καταγωγής των Ελλήνων, υπήρξε μετανάστευση πληθυσμών από τον Βορρά προς την Ελλάδα. Οι μετακινήσεις όμως των πληθυσμών δεν είναι μονόδρομες, αλλά αμφίδρο μες. Η ανάλυση του μιτοχονδριακού DNA9, αλλά και του χρωμοσώματος Υ10,11, δείχνουν ότι οι περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης αποικίστηκαν από κατοίκους που μετανάστευσαν από τη Ν.Α. Ευρώπη, όταν βελτιώθηκε το κλίμα. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται από την κατανομή των απλοομάδων Ε-Μ78 και J-M102 του χρωμοσώματος Υ, που παρουσιάζουν μεγαλύτερη συχνότητα στη Νότια Βαλκανική (Εικόνα 2) και δημιουργήθηκαν πριν από 15.000 και 7.900 χρόνια αντίστοιχα. Οι σύγχρονοι Έλληνες π.χ. χαρακτηρίζονται σε ποσοστό 21,4% από την υπο-απλοομάδα Ε-Μ78 που βρέθηκε σε μικρότερες συχνότητες στην υπόλοιπη Ευρώπη και σηματοδοτεί τη μετανάστευση από την Ελλάδα στη Δ. Ευρώπη. Η διάδοση τεχνολογικών, πολιτισμικών καινοτομιών και προϊόντων από τα Βαλκάνια προς τη Δ. Ευρώπη είναι γνωστή και η μελέτη του DNA προσφέρει ισχυρές ενδείξεις ότι υπήρχαν και ανάλογες μετακινήσεις πληθυσμών, τις οποίες έρχεται να επιβεβαιώσει η ανάλυση του DNA. Τα συνολικά, κατά συνέπεια, γενετικά δεδομένα επιβάλλουν να αναθεωρηθεί η ινδοευρωπαϊκή θεωρία περί της καταγωγής των Ελλήνων.

4. Προέλευση των νεολιθικών κατοίκων της Ελλάδας
Η μελέτη του DNA αποκάλυψε ότι 20% - 25% του DNA των κατοίκων της Ελλάδας έχει νεολιθική προέλευση. Είναι επίσης γνωστό ότι οι αρχαιότεροι νεολιθικοί οικισμοί στην Ευρώπη ανακαλύφθηκαν στην Ελλάδα. Υποστηρίζεται ότι οι γενετικές ρίζες των σημερινών κατοίκων διαμορφώθηκαν από την ανάμειξη των αυτόχθονων τοπικών παλαιολιθικών πληθυσμών με νεολιθικούς αποίκους. Για να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της υπόθεσης αυτής, πέρα από τις κλασικές μεθοδολογίες, π.χ. την αρχαιολογία, χρησιμοποιείται η ανάλυση του DNA για να διερευνηθεί πώς, πότε και από που προήλθαν οι άνθρωποι αυτοί, τη νεολιθική περίοδο, στη ΝΑ Ευρώπη και ποιους δρόμους χρησιμοποίησαν στις μετακινήσεις τους.

Για να διερευνηθούν τα ερωτήματα αυτά, μελετήθηκε το DNA του χρωμοσώματος Υ4,10,11 σε δείγματα από πληθυσμούς προερχόμενους από την Ευρώπη, τη Μεσόγειο, την Αφρική και την Ασία. Σε μία μελέτη μας4, απομονώθηκε DNA από 193 δείγματα αίματος αντρών από την Κρήτη και 171 δείγματα αίματος αντρών από την ηπειρωτική Ελλάδα, που ζουν σε κοινότητες με γνωστούς νεολιθικούς οικισμούς. Αυτοί βρίσκονται στη Νέα Νικομήδεια (πλησίον της Βέροιας), το Σέσκλο και το Διμήνι (περιοχή Βόλου), το Σπήλαιο του Φράχτη (περιοχή Κρανιδίου) και τη Λέρνη, στον νομό Αργολίδας.

Μετακίνηση αντρών-γυναικών. Το πρώτο ενδιαφέρον ερώτημα ήταν αν κατά τη νεολιθική περίοδο οι άνθρωποι ήρθαν στην Ελλάδα μέσω ξηράς ή θαλάσσης11. Η απουσία συγκεκριμένης γενετικής σύστασης (της J2b-M12), στους κατοίκους των γειτονικών με τον Βόσπορο περιοχών, υποδεικνύει ότι νεολιθικοί άνθρωποι στην Ελλάδα ήρθαν κυρίως διά θαλάσσης χρησιμοποιώντας πλοία4. Οι μετακινήσεις των αντρών διά θαλάσσης ερμηνεύονται ίσως από το γεγονός ότι ναυτικοί ήταν κυρίως άνδρες. Αντίθετα, οι γυναίκες μετακινήθηκαν κυρίως διά της ξηράς.

Σύγκριση DNA Ελλάδας-Ιταλίας11. Η αρχαιολογική σκαπάνη στη Ν. Ιταλία αποκάλυψε αρκετούς νεολιθικούς οικισμούς. Επιπλέον, είναι γνωστό ότι οι περιοχές αυτές αποικίστηκαν σε ιστορικούς χρόνους από Έλληνες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συνεισφορά των Ελλήνων (τα δείγματα από την Πελοπόννησο) στο DNA του χρωμοσώματος Υ ανέρχεται σε ποσοστό 7% στους άντρες της Καλαβρίας και 22% της Απουλίας.

Νεολιθικοί κάτοικοι Κρήτης-Ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του DNA του χρωμοσώματος Υ του πληθυσμού της Κρήτης4 έδειξαν ότι κατατάσσεται μαζί με τους πληθυσμούς από την Ανατολία, ενώ τα δείγματα από τις περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας κατατάσσονται μαζί με βαλκανικούς πληθυσμούς. Κατά συνέπεια, τα γενετικά αποτελέσματα φαίνεται πως υποστηρίζουν τη θεωρία ότι οι νεολιθικοί κάτοικοι της Κρήτης προήλθαν από την Ανατολία. Βέβαια, μελέτες μας με άλλους γενετικούς δείκτες απέδειξαν ότι οι νεολιθικοί άνθρωποι ήρθαν και στην ηπειρωτική Ελλάδα από την Ανατολία.
Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση των δειγμάτων από τη Λέρνη/Σπήλαιο Φράχτη, στην Πελοπόννησο, που δείχνουν συγγένεια με τον πληθυσμό της Κρήτης. Το γεγονός αυτό μάλλον απεικονίζει τη γεωγραφική αλληλεπίδραση ανάμεσα στους κατοίκους της Κρήτης και της Πελοποννήσου. Μάλιστα, θα μπορούσε να αναφερθεί ο μετα-αποικισμός της Κρήτης, το 1.100 π.Χ., από ανθρώπους από την ηπειρωτική Ελλάδα, όπως αντιπροσωπεύεται από τον μονονουκλεοτιδικό δείκτη V13. Η ύπαρξη αυτού του δείκτη διαπιστώθηκε με συχνότητα 35% στη Θεσσαλία και στην Πελοπόννησο, ενώ η συχνότητά του στην Κρήτη μόλις φτάνει το 7% και δείχνει την ηπειρωτική συνεισφορά στις γενετικές παραλλαγές του χρωμοσώματος Υ που βρέθηκαν στην Κρήτη. Το ποσοστό της συνεισφοράς της ηπειρωτικής Ελλάδας στην Κρήτη υπολογίζεται ότι είναι της τάξης του 20% περίπου.

Η χρονολογία εξάπλωσης της απλο-ομάδας J2a1h-M319 στην Κρήτη υπολογίζεται ότι συνέβη γύρω στο 3100 π.Χ. Η σπουδαιότητα των αποτελεσμάτων αυτών στην αρχαιολογία είναι προκλητική. Η χρονολογία των 3100 ετών π.Χ. είναι πολύ σημαντική για τους ιστορικούς, μια και σηματοδοτεί το όριο ανάμεσα στη Νεολιθική εποχή και την Εποχή του Χαλκού στην Κρήτη, μία περίοδο που σχετίζεται με σειρά σημαντικών αλλαγών στην οργάνωση κοινωνικών υπηρεσιών, τη δημογραφία, τα πολιτισμικά αγαθά, την τεχνολογία, την εικονογραφία και τη νεκρώσιμη τελετουργία. Πολλοί ερευνητές πρότειναν ότι η άφιξη νέου πληθυσμού ήταν υπεύθυνη για τη σηματοδότηση αυτών των αλλαγών, μία κοινωνικο-πολιτισμική ανάταση από την οποία αναπήδησε ο φημισμένος Μινωικός πολιτισμός. Τα νέα αυτά εντυπωσιακά χαρακτηριστικά, που συνδέονται με την πρώιμη Περίοδο του Χαλκού στην Κρήτη, έχουν συσχετισθεί ποικιλότροπα, π.χ. ότι οφείλονται σε αποικισμό της Ελλάδας και ειδικότερα της Κρήτης από την Αίγυπτο/Λιβύη, ή τη Συρία/Παλαιστίνη, ή από το ανατολικό Αιγαίο/την Ανατολία. 

Σε σχέση με την υπόθεση ότι ο Μινωικός πολιτισμός οφείλεται σε αποικισμό από την Αίγυπτο και τη Λιβύη, η πλειονότητα των απλοομάδων E3b1-M78 χαρακτηρίζεται από τον μονονουκλεοτιδικό δείκτη V13, τόσο στην Κρήτη όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, ενώ στα δείγματα που αναλύθηκαν από την Αίγυπτο δεν βρέθηκε αυτός ο μονονουκλεοτιδικός πολυμορφισμός4. Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει ότι δεν υπήρξε πρόσφατη γενετική επαφή ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Κρήτη ή την ηπειρωτική Ελλάδα. Με άλλα λόγια, ο ελληνικός χώρος δεν αποικίστηκε από κατοίκους της Αιγύπτου. Αντίθετα, τα αποτελέσματα της ανάλυσης του DNA στην πραγματικότητα παρέχουν αποδείξεις που υποστηρίζουν τις πληθυσμιακές μετακινήσεις από την Ανατολία.

Τα αποτελέσματα αυτά βάζουν ταφόπλακα στην αφροκεντρική θεωρία της «Μαύρης Αθηνάς», που διατυπώθηκε από τον Martin Bernal2 και πρόσφατα από Σκοπιανούς1.

Επιπλέον, το DNA του χρωμοσώματος Υ των Ελλήνων διερευνήθηκε από 6 διαφορετικές ερευνητικές ομάδες που αφορούσαν 925 άντρες. Από την ενδελεχή μελέτη των στοιχείων τους προκύπτει ότι η γενετική σύσταση των Ελλήνων σε ποσοστό 99,5% είναι καυκάσια (λευκή). Η συνεισφορά δηλαδή στη γενετική σύσταση των Ελλήνων άλλων πληθυσμιακών ομάδων (μαύροι ή μογγόλοι) αποτελεί ένα ελάχιστο ποσοστό (μικρότερο του 0,5%).

5. DNA δεδομένα και ηλικία της ελληνικής γλώσσας4
Τα γενετικά δεδομένα συμβάλλουν στις σοβαρές αντιπαραθέσεις που γίνονται όσον αφορά την αιγαιική προϊστορία. Δηλ. στη διαδικασία της μυκηνοποίησης της κρητικής κοινωνίας, στο τέλος της Εποχής του Χαλκού. Κάπου στο μέσον του 15ου αιώνα π.Χ., στην Κρήτη συνέβη σειρά σημαντικών κοινωνικοοικονομικών αλλαγών, όπως τεκμηριώνεται από την υιοθέτηση της ηπειρωτικής πρωτο-ελληνικής Γραμμικής Β γραφής, τις νεκρώσιμες πρακτικές, την εικονογραφία και τα πολιτισμικά αγαθά. Αυτοί οι πολιτισμικοί μετασχηματισμοί έχουν ερμηνευθεί από πολλούς επιστήμονες ως μετακίνηση στην Κρήτη ατόμων από την ηπειρωτική Ελλάδα και ειδικότερα την περιοχή των Μυκηνών. Τα δεδομένα από την ανάλυση του DNA του χρωμοσώματος Υ μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσθετες ενδείξεις ότι μερικές από αυτές τις αλλαγές, την ύστερη Εποχή του Χαλκού, πραγματικά οφείλονται στη μετακίνηση/κάθοδο ηπειρωτικών ανθρώπινων πληθυσμών. Από την άλλη, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, αφού η κρητική γλώσσα της Μινωϊκής εποχής ήταν ελληνική, ότι η ελληνική γλώσσα είχε μορφοποιηθεί πολύ παλαιότερα, και αφού δεν είναι δυνατόν η προφορική μορφοποίηση να αναπτύσσεται την ίδια εποχή με την γραπτή. Επομένως, η ελληνική γλώσσα είχε μορφοποιηθεί πολύ παλαιότερα και ίσως η μορφοποίησή της να ανάγεται στην εποχή της διαμόρφωσης των νεολιθικών οικισμών στο Σέσκλο και το Δίμηνι3,4,,7, δηλαδή την 7η χιλιετία π.Χ.

6. Βιβλιογραφία
1. Arnaiz-Villena A. et al. (2001). HLA genes in Macedonians and the sub-Saharan origin of the Greeks, Tissue Antigens 57, 118.
2. Bernal M. (1987). Black Athena, Volume 1. The Afroasiatic roots of classical civilization. Volume I. The fabrication of Ancient Greece 1785-1985, Rutgers University Press, New Brunswick, New Jersey.
3. Gray R.D. & Atkinson Q.D. (2003).Language-tree divergence times support the Anatolian theory of Indo-European origin. Nature 426: 435.
4. King R. et al. (2007). Differential Y-chromosome Anatolian influences on the Greek and Cretan Neolithic. Annals of Human Genetics 72: 205.
5. Ρέλλος Μ. (2000). Θεωρίες για την καταγωγή των Ελλήνων, Γ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Φιλοσοφίας με θέμα «ΑΘΗΝΑ & ΕΣΠΕΡΙΑ», Πανεπιστήμιο Αθηνών.
6. Renfrew C. (1972). The emergence of civilization: The Cyclades and the Aegean in the third millennium, Methuen, London.
7. Renfrew C. (1998). Word of Minos: The Minoan contribution to Mycenaean Greek and the linguistic geography of the Bronze Age Aegean. Cambridge Archaeological J. 8: 239.
8. Risch N., Piazza A. and Cavalli-Sforza L. (2002). Dropped genetics paper lacked scientific merit. Nature 415: 115.
9. Richards M. et al. (2000). Tracing European founder lineages in the Near Eastern mtDNA pool. Am. J. Human Genetics 67: 1251.
10. Semino O. et al. (2000).The genetic legacy of Palaeolithic Homo sapiens sapiens in extant Europeans: A Y chromosome perspective. Science 290: 1155.
11. Semino O. et al. (2004). Origin, diffusion and differentiation of Y-chromosome haplogroups E and J: inferences on the Neolithization of Europe and later migratory events in the Mediterranean area. Amer. J. Human Genetics 74: 1023.
* Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής και Γενετικής Ανθρώπου - Τμήμα Βιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
ardin.gr

Οι Έλληνες

Η κατανομή των χρωματοσωμάτων Υ στους Έλληνες έχει εκτιμηθεί σε αρκετές μελέτες που διαφέρουν ωστόσο μερικές φορές στην ορολογία τους και στο ότι εξέτασαν διαφορετικά σύνολα μεταλλάξεων. Μπορούμε ωστόσο να εξάγουμε μια γενική εικόνα της σύστασης των Ελληνικών χρωματοσωμάτων Υ.
Οι Έλληνες ανήκουν λοιπόν κατά 20% περίπου στην απλοομάδα Ε, που προήλθε από την Αφρική 30ky στο παρελθόν, και κατά 80% στην απλοομάδα F που είναι Ευρασιατικής προέλευσης 50ky στο παρελθόν.


Φαίνεται πως τα Ελληνικά χρωματοσώματα Ε ανήκουν αποκλειστικά στον κλάδο E3b1a (Ανατολική Αφρική 23ky) ο οποίος είναι γνωστός και ως E-M78 από την μετάλλαξη M78 που τον ορίζει. Μέσα από τη μελέτη των μικροδορυφόρων όμως φαίνεται πως τα Ελληνικά και Ευρωπαϊκά χρωματοσώματα ανήκουν σ' ένα σύμπλεγμα που ονομάζεται E-M78α το οποίο έχει μέγιστη συχνότητα στην Ελλάδα και στη Νότιο Βαλκανική ειδικότερα, και η συχνότητα και ποικιλομορφία του μειώνεται στις γειτονικές περιοχές. Το Ε-M78α χρονολογήθηκε περί το 8ky και η προέλευση του θεωρείται ως η Νότια Βαλκανική χερσόνησος. Η παρουσία χρωματοσωμάτων Ε-Μ78α στην Ευρώπη είναι συνέπεια της επέκτασης του Νεολιθικού πολιτισμού και αργότερα του Ελληνικού αποικισμού.


Τα χρωματοσώματα της ομάδας F χωρίζονται σε διάφορες απλοομάδες όπως είδαμε. Μεγαλύτερη συχνότητα, περί το 25%, στην Ελλάδα παρουσιάζουν τα χρωματοσώματα J τα οποία σχετίζονται όπως είδαμε με το Νεολιθικό πολιτισμό και ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία. Περίπου το 2.5% είναι τύπου J1 ενώ τα υπόλοιπα είνα J2. Βλέπουμε λοιπόν πως η πιθανή συμβολή πληθυσμών από τη Νότιο Μέση Ανατολή είναι πολύ μικρή. Τα χρωματοσώματα J2 χωρίζονται και αυτά σε πολλούς κλάδους με διαφορετική πιθανή ιστορία. Ο κλάδος J2f1 (5ky) θεωρείται πως πρωτοεμφανίστηκε στην περιοχή του Αιγαίου και μετείχε στον Ελληνικό αποικισμό. Ο κλάδος J2e (4ky) είναι συχνός στην Ελλάδα και στην Αλβανία και επίσης θεωρείται πως έχει προέλευση στη Νότιο Βαλκανική. Προς το παρόν δε γνωρίζουμε αρκετά για τα υπόλοιπα χρωματοσώματα τύπου J2.
Η απλοομάδα G είναι επίσης Νεολιθικής προέλευσης με μέγιστη συχνότητα (30%) στη Γεωργία και συχνή παρουσία στην περιοχή του Καυκάσου αλλά και στην Ευρώπη και Δυτική Ασία με μικρότερη συχνότητα. Σημειώνεται πως η G είναι φυλογενετικά συγγενής με την απλοομάδα J. Τα περισσότερα Ελληνικά χρωματοσώματα G ανήκουν στην υποαπλοομάδα G2 με συνολική συχνότητα περί το 7%.


Η απλοομάδα R1a είναι Παλαιολιθικής προέλευσης από την Ανατολική Ευρώπη. Δεν είναι γνωστές υποδιαιρέσεις της και 10% των Ελλήνων ανήκουν σ' αυτή.
Η απλοομάδα R1b είναι επίσης Παλαιολιθικής προέλευσης και σήμερα παρουσιάζει μεγαλύτερη συχνότητα στη Δυτική Ευρώπη, πλησιάζοντας σχεδόν το 100% σε περιοχές της Ιρλανδίας και της χώρας των Βάσκων. Στην Ελλάδα έχει συχνότητα 12.5% περίπου. Η μελέτη ενός πολυμορφικού συστήματος του p49a,f δείχνει πως η συγκεκριμένη απλοομάδα χωρίζεται σε δύο πιο συγκεκριμένες ομάδες, μια Δυτικοευρωπαϊκή (Ht15) και μια που είναι συχνή στον Καύκασο, Μικρά Ασία και Βαλκανική (Ht35). Πιθανότατα μετά την τελευταία εποχή των παγετώνων πληθυσμοί με R1b που ήταν αποκλεισμένη στην Ιβηρική χερσόνησο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη/Μικρά Ασία επεκτάθηκαν, δημιουργώντας την παρατηρούμενη κατανομή των δύο ομάδων.


Τέλος η απλοομάδα I παρατηρείται στο 15% περίπου των Ελλήνων. Οι περισσότεροι Έλληνες ανήκουν στην παραομάδα Ι1b*(xI1b2) που είναι συχνή στην Βαλκανική, αν και παρατηρούνται και οι κλάδοι Ι1a και Ι1c της Βορειοδυτικής Ευρώπης σε συχνότητα περίπου 4%.


Ινδο-Ευρωπαίοι
Η ανακάλυψη της γλωσσικής συγγένειας πολλών γλωσσών από την Ιρλανδία έως και την Ινδία, μεταξύ των οποίων και η Ελληνική υπήρξε η απαρχή της συγκριτικής γλωσσολογίας. Σήμερα, η ιδέα της «Αρίας Φυλής» που μετέδωσε της Ινδο-Ευρωπαϊκές γλώσσες σ' αυτή την τεράστια περιοχή έχει απορριφθεί. Ωστόσο παραμένει το γεγονός πως η ομοιογένεια τόσων γλωσσών σε τέτοια γεωγραφική έκταση προέκυψε μέσω κάποιων κοινών προγόνων οι οποίοι μίλησαν στο απώτερο παρελθόν την Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή (ΠΙΕ) πρωτογλώσσα.


Εφόσον η διάχυση των ΠΙΕ γλωσσών πρέπει να συνοδεύτηκε και από διάχυση ανθρώπων, και δη ανδρών, είναι λογικό να βρούμε τα αχνάρια της στα χρωματοσώματα των σύγχρονων πληθυσμών. Οι δύο κυριότερες θεωρίες είναι οι εξής.


Κατά την Λιθουανή αρχαιολόγο Μαρία Γκιμπουτας, οι Ινδο-Ευρωπαϊκές γλώσσες εξαπλώθηκαν μέσω εξάπλωσης του πολιτισμού των Τύμβων (kurgan) από τις στέππες βορείως του Ευξείνου Πόντου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η εξημέρωση του αλόγου και η χρήση οχημάτων με τροχούς έδωσε μεγάλη κινητικότητα στους πληθυσμούς αυτούς που είχαν μια πατριαρχική, πολεμοχαρή οργάνωση και έτσι εξαπλώθηκαν μεταφέροντας μαζί τους και τη γλώσσα τους, γύρω στο 8-5ky

Ο Βρεττανός αρχαιολόγος Κόλιν Ρένφριου παρουσίασε μια πιο ειρηνική εικόνα, κατά την οποία οι πρώτοι αγρότες της Νεολιθικής εποχής ήταν οι Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαίοι. Η δημογραφική έκρηξη (9ky) για την οποία ήδη μιλήσαμε και η διάδοση του νέου τρόπου παραγωγής μέσω της καλλιέργειας της γης και της εκμετάλλευσης οικιακών ζώων συνοδεύτηκε με τη σταδιακή εξάπλωση αγροτοκτηνοτροφικών πληθυσμών και την μεταβολή του τρόπου ζωής των κηνυγών-συλλεκτών τροφής που συνάντησαν.


Η επιστημονική διαφωνία για την προέλευση των ΠΙΕ γλωσσών συνεχίζεται, και πιθανώς στοιχεία και των δύο θεωριών να αληθεύουν. Μερικοί υποστηρίζουν πως αν και οι ΠΙΕ πρωτοεμφανίστηκαν στους Νεολιθικούς πρωτο-αγρότες, οι κάτοικοι των στεππών τις υιοθέτησαν και βοήθησαν στην περαιτέρω εξάπλωσή τους.
Η θεωρία του Ρένφριου είναι πιθανή αφού η διάχυση χρωματοσωμάτων τύπου J, G και E3b στην Ευρώπη από την περιοχή της Νότιας Βαλκανικής είναι απολύτως συμβατή με αυτή. Και η θεωρία της Γκιμπουτάς όμως είναι πιθανή, αφού η απλοομάδα R1a της Ανατολικής Ευρώπης επίσης διαδώθηκε από την υποστηριζόμενη ΠΙΕ πατρίδα. Δεν είναι όμως γνωστό αν η R1a ή υποκλάδοι της εξαπλώθηκαν μετά τη λήξη της τελευταίας εποχής των παγετώνων ή πιο πρόσφατα όπως υποστηρίζει η Γκιμπουτάς. Σίγουρα η ανακάλυψη νέων μεταλλάξεων και η μελέτη αρχαίων οστών θα ρίξει περισότερο φως σ' αυτό το αρχαιολογικό μυστήριο.

Η Θεωρία του Φαλμεράυερ

Ο Γιάκομπ Φαλμεράυερ υποστήριξε κατά τον 19ο αιώνα πως το Ελληνικό έθνος είχε εξαφανιστεί λόγω της καθόδου Σλάβων κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και Αλβανών μετέπειτα, λέγοντας πως «δεν κυλάει σταγόνα Ελληνικού αίματος» στις φλέβες των Νεοελλήνων. Η θεωρία αυτή βέβαια απορρίφθηκε με την επίκληση ιστορικών, γλωσσολογικών και λαογραφικών στοιχείων που καταδεικνύουν πως αν και η κάθοδος Σλαβικών και Αλβανικών πληθυσμών είναι γεγονός, αυτοί δεν εξαφάνισαν το Ελληνικό έθνος αλλά σταδιακά εξελληνίστηκαν γλωσσικά και απορροφήθηκαν βιολογικά.


Η μελέτη των χρωματοσωμάτων Υ μας επιτρέπει την επανεξέταση αυτής της θεωρίας μέσω σύγχρονων μεθόδων. Οι Σλαβικοί πληθυσμοί έχουν γενικά μεγάλη συχνότητα της απλοομάδας R1a έως και 50%, ενώ είναι συχνή σε αυτούς και η παραομάδα I1b*(xI1b2) με Βορειοδυτική Βαλκανική προέλευση (30-40% στους Κροάτες και Βόσνιους). Δε γνωρίζουμε ποια ήταν η σύσταση του Πρωτο-Σλαβικού πληθυσμού, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο πως περιείχε μια ή και τις δυο αυτές απλοομάδες σε πολύ υψηλό ποσοστό. Αντίθετα, με εξαίρεση τους Σλάβους της Βαλκανικής, οι απλοομάδες J, G και E3b έχουν μικρή συχνότητα στους περισσότερους Σλαβικούς λαούς.


Οι Έλληνες όπως είδαμε έχουν μεγάλη συνολική συχνότητα των Νεολιθικών απλοομάδων J, G και Ε3b και μικρή σχετικά των R1a και I1b*(xI1b2). Αυτό δηλώνει με βεβαιότητα πως η γενετική κληρονομιά των αρχαίων κατοίκων της χώρας είναι ισχυρή και έχει επηρεαστεί σε μικρό βαθμό μόνο από την κάθοδο των Σλάβων. Πρέπει όμως να τονίσουμε πως και η παρουσία των R1a και Ι1b*(xI1b2) στην Ελλάδα δεν σχετίζεται απαραίτητα με Σλαβικές εισροές, αφού πρόκειται για πολύ παλιές απλοομάδες οι οποίες πρωτοεμφανίστηκαν σχετικά κοντά στην Ελλάδα. Επομένως είναι πολύ πιθανό να υπήρχαν ήδη, ίσως σε μικρότερη συχνότητα στον αρχαίο Ελληνικό πληθυσμό. Αυτή η παρατήρηση υποστηρίζεται επίσης και από την ύπαρξη τόσο R1a όσο και I1b χρωματοσωμάτων ανατολικά της Ελλάδας όπου δεν υπάρχουν μαρτυρίες Σλαβικών εποικίσεων.

Σχετικά με Αλβανικές επιδράσεις δεν μπορούν επί του παρόντος να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Η Αλβανική γλώσσα είναι σίγουρα γηγενής στη Βαλκανική χερσόνησο, και αποτελεί, όπως και η Ελληνική, κατάλοιπο της εποχής πριν από την κάθοδο των Σλάβων. Οι Αλβανοί φαίνεται πως έχουν παρόμοιες συχνότητες απλοομάδων με τους Έλληνες, πράγμα που επίσης τεκμηριώνει τον γηγενή νοτιο-Βαλκανικό χαρακτήρα τους. Έτσι το μόνο που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι πως πιθανές Αλβανικές εισροές στον Ελληνικό πληθυσμό δεν μπορούν επί του παρόντος ούτε να επιβεβαιωθούν ούτε να αποκλειστούν. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτές ήταν απο συγγενικό βιολογικά λαό.


Νορδικιστές και Αφροκεντριστές
Η Νορδικιστική θεωρία υποστηρίζει πως οι Αρχαίοι Έλληνες, ή τουλάχιστον η αριστοκρατία τους ήταν Νορδικού (Βορειοευρωπαϊκού) τύπου και πως η πτώση της Αρχαίας Ελλάδας είναι προϊόν του απονορδισμού του Ελληνικού λαού μέσω επιμειξίας με Ασιατικούς και Αφρικανικούς λαούς ή με τα μη-Νορδικά κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Η Αφροκεντρική θεωρία υποστηρίζει αντίστοιχα πως οι Αφρικανοί Νεγροειδούς τύπου εποίκησαν την Ελλάδα κατά την προϊστορία. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η αρχαίοι Αιγύπτιοι ήταν Νεγροειδείς και ο Ελληνικός πολιτισμός είναι αντριγραφή του Αιγυπτιακού.

Και οι δύο αυτές θεωρίες απορρίπτονται με βάση τα στοιχεία του χρωματοσώματος Υ. Όπως αναφέραμε, στην Ελλάδα οι απλοομάδες I1a και Ι1c που αγγίζουν περί το 40% στη Σκανδιναβία βρίσκονται μόνο σ'ένα μικρό ποσοστό, πράγμα που σημαίνει πως η Νορδική επιμειξία είναι γενικά μικρή. Αντιθέτως οι Έλληνες έχουν μεγάλη συχνότητα γηγενών κλάδων όπως ο E-M78α και J2e/J2f1 που υποδηλώνουν άμεσα της φυλετική συνέχειά τους με το παρελθόν. Όσο για τη θεωρία των Αφροκεντριστών, αυτή δεν έχει καμιά υποστήριξη, αφού τόσο στην μεν Αίγυπτο οι Νεγροειδείς απλοομάδες είναι μικρή μειοψηφία, ενώ στην Ελλάδα απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά. Έτσι δεν τεκμηριώνεται καμιά σημαντική Νεγροειδής παρουσία στον Ελληνικό χώρο.

Αρχαιογενετική

Η μελέτη DNA από οστά βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο, αφού (α) το γενετικό υλικό που υπάρχει στα οστά είναι ελάχιστο, (β) πολλές φορές το DNA φθείρεται και έτσι χρειάζεται προσοχή στην ερμηνεία μελετών με αρχαίο DNA και τέλος (γ) η προσθήκη σύγχρονου DNA σε αρχαία οστά λόγω του τρόπου με τον οποίο αυτά ανακαλύφθηκαν και αποθηκεύτηκαν αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο το DNA που περιέχουν να μην είναι αυθεντικό. Μέχρι στιγμής οι περισσότερες μελέτες αρχαίων πληθυσμών εστιάζουν στο μιτοχονδριακό DNA το οποίο μεταβιβάζεται μέσω της μητρικής οδού. Τα αποτελέσματα της αρχαιογενετικής θα μας δώσουν τη δυνατότητα να εξετάσουμε απευθείας τα συμπεράσματα που εξάγονται μέσω της μελέτης των ζώντων πληθυσμών.


Συμπεράσματα


Το χρωματοσώμα Υ μεταδίδεται από πατέρα σε γιο και μας επιτρέπει να εξάγουμε συμπεράσματα για την πατρική γενετική ταυτότητα ενός πληθυσμού


Οι επιστήμονες χωρίζουν τα χρωματοσώματα Υ σε απλοομάδες και εντοπίζουν τη χρονική και γεωγραφική προέλευση κάθε απλοομάδας


Η κατανομή των διαφόρων απλοομάδων διαφέρει στις διάφορες φυλές και λαούς και μας βοηθάει στη μελέτη της ιστορίας και προϊστορίας τους
Οι Έλληνες έχουν χρωματοσώματα τα οποία είναι κατά 50% περίπου Νεολιθικής προέλευσης από τη Δυτική Ασία και κατά 50% Παλαιολιθικής Ευρωπαϊκής προέλευσης.


Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη σημαντικής μη-Καυκασοειδούς επιμειξίας στους Έλληνες


Μερικές απλοομάδες φαίνεται πως είναι γηγενείς στη Νότιο Βαλκανική, πιστοποιώντας τη φυλετική συνέχεια των Ελλήνων. Η γεωγραφική κατανομή άλλων απλοομάδων είναι ευρύτερη, και έτσι δεν μπορεί να πιστοποιηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η πρωτοεμφάνιση τους στον Ελληνικό χώρο.
Ο βαθμός επιμειξίας με άλλους λαούς είναι δύσκολο να εκτιμηθεί επί του παρόντος, αλλά δε φαίνεται να έχει εξαλείψει τη γενετική ιδιαιτερότητα του Ελληνικού λαού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου